Articles

Nov 29, 2005

Ενας άνθρωπος για κάθε γεύση Σπυρος Γουδας


Δημοσίευση του περιοδικού Metropolitan Toronto Business Journal - Τεύχος Νοεμβρίου 1992.

Το περιοδικό Business Journal ιδρύθηκε το 1910 και εκδίδεται από το Εμπορικό Συμβούλιο του Μητροπολιτικού Τορόντο.  

Writer:                   Okey Chigbo

Translator:            Aspasia Kourtesiotis 

Ενας άνθρωπος για κάθε γεύση 

Σπυρος Γουδας

 

-         Είναι απ’ την Ινδία, ή δεν είναι;

-         Μα, τι λές τώρα; Από τη Τζαμάϊκα είναι.

-         Ναι, αλλά κάποιος άλλος μας είπε ότι είναι Νοτιοασιάτης.

-         Ωχ, φίλε μου, πολύ μπερδεμένη υπόθεση.

-         Ποιός είναι τέλος πάντων αυτός ο Mr. Goudas και γιατί ακούγονται τόσα πολλά

γι’ αυτόν από τόσο πολύ κόσμο; 

Το πιο κατάλληλο μέρος για να πάρει κανείς μια εικόνα για το μέλλον του Τορόντο είναι η γωνίαLansdowne και Dundas.
Εκεί στο Knob Hill Farms μπορεί να δει κανείς ανθρώπους από ανατολή, δύση, βορά και νότο και ν’ ακούσει όλες τις γλώσσες του κόσμου.
Αυτές οι «εθνικές» και «ορατές μειονότητες», των οποίων οι διαφορετικές πολιτιστικές ρίζες, φαίνονται από τα ζωντανά χρώματα που φορούν συνήθως, - ποιος από τους δημογράφους και τους εμπορικούς αναλυτές θα μπορούσε να τους υπολογίσει σε περισσότερους από 45% του πληθυσμού του Τορόντο μέχρι το 2001 - κατευθύνονται απευθείας μόλις μπουν στο σούπερ-μάρκετ, στο τμήμα πολυεθνικών τροφών.

Εκεί, τα ράφια είναι γεμάτα από πακέτα, κονσέρβες και μποτίλιες εξωτικών τροφίμων και αναψυκτικών  –σάλτσες από καυτερή πιπεριά, ποικιλίες από φασόλια και ρεβύθια, μπουκάλια μπύρας από τζίντζερ και αναψυκτικά καρύδας – που πρέπει να αρέσουν όχι μόνο στους μετανάστες, αλλά και στους περισσότερους απ’ όσους προτιμούν την ποικιλία.
Με την αύξηση των εθνικών πληθυσμών, άλλα καταστήματα τροφίμων όπως το No Frills και το Food City έχουν επίσης δημιουργήσει παρόμοια ράφια πολυεθνικών εδεσμάτων. Ενας μεγάλος αριθμός των τροφίμων σ’ αυτά τα ράφια ξεχωρίζει με την ονομασία

«Mr. Goudas».

Πάνω από τα τελευταία είκοσι χρόνια, η φίρμα «Mr. Goudas» έχει σταθερή θέση στα ράφια των πολυκαταστημάτων του Τορόντο που διαθέτουν τμήμα εθνικών τροφίμων.
Σήμερα η εταιρία έχει αποκτήσει τόσο μεγάλη δημοτικότητα, που στην ουσία είναι το μοναδικό όνομα που αναγνωρίζει ο κόσμος.
Και υπάρχουν πολλές αποδείξεις ότι και ο μέσος Καναδός προτιμάει – και αγοράζει – Mr. Goudas.
Ποιος και τι είναι λοιπόν αυτός ο Mr. Goudas; Ρωτήστε αυτούς που προτιμούν τα προϊόντα του και θα πάρετε τελείως διαφορετικές απαντήσεις.

Για όσους προέρχονται από τις Δυτικές Ινδίες, ο Mr. Goudasείναι οπωσδήποτε από τα νησιά της Καραβαϊκής, και μάλλον Τζαμαϊκανός, ή από το Τρινιντάντ. Πώς αλλιώς θα μπορούσε να φτιάχνει όλες αυτές τις νόστιμες και πικάντικες, αυθεντικές σάλτσες πιπεριάς; Για τους Κινέζους, ο Mr. Goudas θα πρέπει να είναι ψευδώνυμο ενός παραγωγού τροφίμων από το Χογκ-Κογκ, ή κάποιου εξαγωγέα.
Έτσι εξηγείται από πού έρχεται όλη αυτή η ποικιλία ρυζιού κινέζικου στυλ.

Είναι από την Ινδία; ρωτούν οι Νοτιοασιάτες. Τα ρεβύθια και τα μπαχαρικά έρχονται από εκεί … άρα πρέπει να είναι!
Την ίδια στιγμή ο Καναδός, που αγοράζει το προπαρασκευασμένο ρύζι Mr. Goudas, υποθέτει απλά ότι είναι μια ακόμα Καναδική εταιρεία.

Γεγονός όμως είναι, ότι σε αντίθεση με την LauraSecord, η επωνυμία «Mr. Goudas» είναι το όνομα ενός ατόμου, που έχει πολλή περισσότερη από μια απλή επώνυμη σχέση με την εταιρεία. Εάν, όμως εξετάσουμε το θέμα του ονόματος, με βάση αυτό που εκπροσωπεί για τους πολλούς και διαφορετικούς πελάτες του, ο Σπύρος Πήτερ Γούδας, ιδιοκτήτης τηςGoudas Food Products Company Ltd., τότε είναι ένας  γνήσιος Mister Toronto.

O Σπύρος Πήτερ Γούδας γεννήθηκε στην Ελλάδα (Καλαμάκι Αθηνών) πενήντα χρόνια πριν, ακριβώς στα μέσα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και της γερμανικής κατοχής.
Οι πιο πρόωρες αναμνήσεις του είναι η πείνα, οι κακουχίες κι ο πόλεμος. Οι βασικές ανησυχίες της οικογένειάς του την εποχή εκείνη επισκίασαν την κατεύθυνση που πήρε η ζωή του αργότερα.  «Πεινούσαμε», λέει. Έπρεπε να προσπαθήσουμε να βρούμε κάτι να φάμε με κάθε τρόπο.
Ο καθένας έπρεπε ν’ αγωνιστεί σκληρά για να επιβιώσει». Μετά την ήττα των Γερμανών, η χαρά δεν άργησε να γίνει και πάλι πίκρα, γιατί ξέσπασε ο σκληρός εμφύλιος πόλεμος που άφησε βαθειά τα σημάδια του.
Όμως οι καταστροφές που προκάλεσαν ο Παγκόσμιος κι ο Εμφύλιος πόλεμος, ουσιαστικά έδωσαν ώθηση, στα τέλη του 1950, σε μια μαζική άνοδο των οικοδομικών έργων, για να επανοικοδομηθούν οι πόλεις που είχε αφήσει ερείπια ο πόλεμος.

Οι ανάγκες ήταν τόσο μεγάλες, που τα εργατικά χέρια όλης της Ελλάδας δεν αρκούσαν για να καλύψουν τα έργα που χρειαζόταν να γίνουν.
Ο Σπύρος Γούδας, 16χρονος μαθητής Γυμνασίου τότε, σκέφτηκε ότι ήταν κατάλληλη στιγμή να φτιάξει μια οικοδομική επιχείρηση στην οποία θα εργαζόταν ο ίδιος και οι συμμαθητές του.
Η επιχείρηση του, που την ονόμασε «Οικοδομικές Εργασίες Γούδα  Ε.Π.Ε.» αναλάμβανε να ολοκληρώσει τα πολύπλοκα έργα που κανεις άλλος δεν αποφάσιζε ν’ αναλάβει.  

Η επιχείρηση του νεαρού μαθητή δεν απέβλεπε στην απόκτηση μεγάλου κέρδους, λόγω της δυσκο­λίας των έργων, αλλά το εισόδημα ήταν αρκετό σαν βοήθημα για τη συντήρηση της οικογένειάς του.
Το σπουδαιότερο είναι ότι αυτή όλη η δραστηριότητά του, του πρόσφερε πολύτιμες εμπειρίες στην επιχειρηματική του εξέλιξη, αλλά προκαλεί έκπληξη το γεγονός, ότι όταν ο κ. Γούδας αναφέρεται σ’ αυτά που τον βοήθησαν να φθάσει στο σημείο που είναι σήμερα, καταλογίζει μεγάλη σπουδαιότητα σ’ αυτή τη νεανική του προσπάθεια.
Το σχολείο, όπως πιστεύει, του πρόσφερε τις σπουδαιότερες βάσεις. « Ήμουνα πάντα καλός στη γεωγραφία και στην μηχανολογία.
Η γνώση της γεωγραφίας με βοηθάει πολύ στη δουλειά μου». Αυτή η αγάπη για τη γεωγραφία έγινε πραγματική περιέργεια γύρω από άλλους πολιτισμούς, συνήθειες και φαγητά. Μια από τις αγαπημένες του συνήθειες είναι να ανακαλύπτει εστιατόρια που προσφέρουν εξωτικά φαγητά στο Τορόντο και στα περίχωρα. «Ως τώρα, έχω επισκεφθεί σχεδόν όλα τα εστιατόρια του Τορόντο», λέει.
Κάθε φορά που βλέπω κάποιο φαγητό που δεν το γνωρίζω, ρωτάω από ποια χώρα προέρχεται, ποια συστατικά χρησιμοποιούνται για την προετοιμασία του, και άλλα. Προσπαθώ να μάθω όσο περισσότερα μπορώ γι’ αυτό».

Η μηχανολογία αποδείχτηκε πολύ χρήσιμη όταν αγόρασε το πρώτο του εργοστάσιο για τη συσκευασία τροφίμων το 1969. Ο πρώην ιδιοκτήτης του εργοστασίου αυτού το πούλησε γιατί οι μηχανές του σταμάτησαν να λειτουργούν ξαφνικά. Έτσι ο Σπύρος Πήτερ Γούδας σκέφθηκε ότι μπορούσε να το δουλέψει με πιο οικονομικά μέσα.
Αγόρασε το εργοστάσιο με μια «μικρή προκαταβολή» και γρήγορα ξεκίνησε την κανονική του λειτουργία συσκευάζοντας ρύζι.
Οι γνώσεις του γύρω από τις μηχανές, δεν αποκτήθηκε τόσο από το σχολείο αλλά από τα πέντε χρόνια εκπαίδευσης του στο στρατό ως μηχανικός αεροπλάνων.
Ο ίδιος στρατός υπήρξε η αιτία της απόφασής του να εγκαταλείψει την Ελλάδα, μετά από μια άλλη περίοδο κοινωνικής αναταραχής, το πραξικόπημα των συνταγματαρχών και την εκ νέου επιστράτευσή του μετά την ολοκλήρωση της θητείας του. Έτσι αποφάσισε να μεταναστεύσει στον Καναδά.

Ο Σπύρος Γούδας ήρθε στο Τορόντο τον Μάιο του 1967, μη γνωρίζοντας την αγγλική γλώσσα και με 100 δολλάρια στην τσέπη.
(Θα πρέπει να υπάρχει κάποια υπηρεσία του υπουργείου Μετανάστευσης που δίνει σε όλους αυτούς τους μετανάστες που φαίνεται να έχουν την ικανότητα προσφοράς στον Καναδά, το ευτελές ποσό των 150 δολλαρίων, για να δημιουργήσουν μια επιτυχημένη επιχείρηση!!!).
Αν και ήταν καλός γνώστης της ελληνικής γλώσσας, δυσκολευόταν να χειριστεί το λατινικό αλφάβητο.

Γρήγορα αντιλήφθηκε ότι τα χρήματα που είχε δεν αρκούσαν ούτε για τις στοιχειώδεις ανάγκες του και ξαφνικά βρέθηκε να κοιμάται στους δρόμους.

Άρχισε όμως, να μαθαίνει τη γλώσσα ακούγοντας τους περαστικούς να μιλάνε και να κοιτάζει τηλεόραση όπου και όταν του δινόταν η ευκαιρία. Έμαθε να διαβάζει, λέει, μελετώντας τις εφημερίδες προσεκτικά.
Οι ομοιότητες μεταξύ του ελληνικού και του ρωμαϊκού αλφαβήτου (το αγγλικό-ρωμαϊκό αλφάβητο προήλθε από το ελληνικό μέσω των Ετρούσκων) βοήθησαν αρκετά, που γρήγορα απέκτησε την ικανότητα να διαβάζει καλά τα αγγλικά και να βρει δουλειά στην εταιρία Peabody Engineering, η οποία έκανε εξαγωγή συσκευών κλιματισμού και θερμάνσεως.
Για δύο χρόνια δούλεψε εκεί, αλλά υπέβαλε παραίτηση όταν του ζητήθηκε να μεταφερθεί ως προϊστάμενος σε ένα νέο εργοστάσιο που έφτιαχνε η εταιρία στην Αλαμπάμα. «Δεν μου άρεσε να μεταφερθώ στην Αμερική, και γι’ αυτό αρνήθηκα να πάω».
Λίγο αργότερα αγόρασε το πρώτο του εργοστάσιο συσκευασίας, με τις προσωπικές του αποταμιεύσεις και με τραπεζικό δάνειο.  

Ο Πήτερ Γούδας αντιλήφθηκε ότι τα χρήματα που είχε δεν αρκούσαν ούτε για τις στοιχειώδεις ανάγκες και γρήγορα βρέθηκε να κοιμάται στους δρόμους. Άρχισε όμως, να μαθαίνει τη γλώσσα ακούγοντας τους περαστικούς να μιλάνε και να κοιτάζει τηλεόραση όπου και όταν του δινόταν η ευκαιρία.  

Δεν χρειάστηκε και πολύς χρόνος, λέει ο κ. Γούδας, για ν’ αποφασίσει να μπει στον τομέα των επεξεργασμένων τροφίμων και της συσκευασίας τους για την πολυεθνική αγορά.
Γεγονός είναι ότι όταν αγόρασε το εργοστάσιο δεν είχε ιδέα πώς θα το χρησιμοποιούσε.. Αλλά, εκείνη την εποχή «κανείς δεν πακετάριζε τρόφιμα προερχόμενα από άλλες χώρες. Ήξερα ότι υπήρχε αρκετή ζήτηση πολυεθνικών τροφίμων. Έτσι σκέφτηκα γιατί όχι.;»
Άρχισε, λοιπόν, να πακετάρει προπαρασκευασμένο ρύζι. Παρόλο που ισχυρίζεται ότι τότε δεν είχε και πολλές γνώσεις για την προώθηση και τις πωλήσεις των προϊόντων, κατόρθωσε να πείσει την διεύθυνση του Food City να κάνει το πρώτο πείραμα, τοποθετώνας ρύζι της Goudas Foods στα ράφια των καταστημάτων του, πράγμα που έγινε και είχε μεγάλη εμπορική επιτυχία ιδιαίτερα από καταναλωτές που προέρχονταν από τη Λατινική Αμερική, τις Ινδίες και την Κίνα. Η επιτυχία αυτή στάθηκε κίνητρο για τη δημιουργία νέων προϊόντων.

Η ζήτηση των καταναλωτών στο Food City προκάλεσε το ενδιαφέρον ακόμα μιας αλυσίδας πολυκαταστημάτων να προμηθευτεί τα προϊόντα της Goudas Foods. Ο Lou Pecchia, ο σημερινός διευθυντής προώθησης χονδρικής πώλησης τροφίμων του No Frills που είναι θυγατρική εταιρία τουLoblaws, είχε αναλάβει το 1977 την οργάνωση πωλήσεων των πολυεθνικών τροφίμων του Loblaws.
Εκείνο το χρόνο, η διεύθυνση του Loblaws ζήτησε από τον Σπύρο Πήτερ Γούδα να συναντηθεί μαζί τους.
Ο Pecchia που τότε είχε αρχίσει να αυξάνει την ποικιλία των πολυεθνικών παρασκευασμάτων, λέει τι ακριβώς έπαιξε ρόλο στην απόφαση προώθησης των προϊόντων του Γούδα. «Ήξερε πάρα πολλά για την κουζίνα των Δυτικών και των Ανατολικών Ινδιών και προετοίμαζε αρκετά απ’ αυτά μόνος του.
Επίσης φαινόταν άνθρωπος εξαιρετικά δραστήριος και καταλάβαμε ότι θα μπορούσε να εξυπηρετήσει τα καταστήματά μας με λογικές τιμές».

Η κοινή εντύπωση που έχουν για τον κ. Γούδα όσοι τον έχουν γνωρίσει προσωπικά είναι ότι ο χαρακτηρισμός «εξαιρετικά δραστήριος» δεν είναι αρκετός για να περιγράψουν τις ατέλειωτες ώρες που αφιερώνει στη δουλειά του.
Δεν είναι παράξενο για τον κ. Γούδα το γεγονός ότι, ενώ έχει προγραμματίσει μια συνάντηση γι’ αργά το βράδυ μετά τη δουλειά του, σε ένα από τα αγαπημένα του εστιατόρια μέ έναν προμηθευτή που ήρθε αεροπορικώς από τη Λατινινή Αμερική, και ενώ οι συνομιλίες έχουν κρατήσει μέχρι τις 4 το πρωί, στις 9 το πρωί ο κ. Γούδας να τον συνοδεύει στο αεροδρόμιο.
Όταν πρωτοξεκίνησε την επιχείρησή του, που ήταν αναγκασμένος να δουλεύει ακόμα πιο σκληρά, πολλές φορές οι ατέλειωτες ώρες εργασίας, του προκαλούσαν τέτοια υπερένταση, που, όπως λέει ένας από τους φίλους του, θα μπορούσε ξαφνικά να φύγει χωρίς συγκεκριμένο προορισμό: «μια φορά μπήκε ξαφνικά στ’ αμάξι του και άρχισε να οδηγεί, χωρίς να έχει ιδέα που πάει.
Κατέληξε στο New Jersey, και γύρισε μια βδομάδα αργότερα για να πει απλά «Ε, λοιπόν πολύ την απόλαυσα αυτή τη μικρή διακοπή». Έχοντας ικανοποιήσει την ώθηση που τον οδήγησε να σπάσει τα δεσμά με τη δουλειά του, γύριζε πίσω ανανεωμένος και ακόμα πιο δραστήριος.

Ο κ. Γούδας αφιερώνει πολλή ώρα δουλεύοντας σε ένα γραφείο απέριττο χωρίς καμιά νότα προσποίησης σ’ ένα από τα εργοστάσιά του επί των οδών Keele και Steeles. Εκεί η μόνη διακοσμητική εικόνα – εάν μπορεί να χαρακτηριστεί έτσι – είναι μια έκθεση περίπου 350 πρϊόντων που παράγει και συσκευάζει η εταιρία του.
Είναι ένας συνηθισμένος άνθρωπος, με απλό, καθημερινό ντύσιμο.
Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι στις δεκαετίες του ΄70 και του ΄80 ακόμα κι όταν βρισκόταν στην αιχμή της ανάπτυξης της αυτοκρατορίας του,  ήταν παράλληλα και ο εκκεντρικός ιδιοκτήτης και disc jockey ενός πολύ γνωστού νυχτερινού κλαμπ, που οι θαμώνες του τον ήξεραν με το όνομα Mr. Wu.
Την εποχή εκείνη, ενώ κατά τη διάρκεια της ημέρας, ήταν ο σκληρά εργαζόμενος, σοβαρός επιχειρηματίας και κατασκευαστής Mr. Goudas, τα βράδυα του Σαββατοκύριακου μεταμορφωνόταν όπως ο Σούπερμαν, για να αποκτήσει μια ολότελα διαφορετική προσωπικότητα και να μπει μέσα στο άλλο-εγώ του Mr. Wu, του ανθρώπου που αγαπούσαν οι θαμώνες των πάρτυ και των κλαμπ διασκέδασης.

Αγόρασε το νυχτερινό κλαμπ (σήμερα δεν υπάρχει πια) που λεγόταν Zambezi το 1970 και του άλλαξε το όνομα σε 813 Club.
“Ποτέ δεν το έκανα για χρήματα”, λέει. «Μου άρεσε να βγαίνω έξω και να διασκεδάζω με τους φίλους μου τα Σαββατοκύριακα.
Επίσης μ’ άρεσε πάρα πολύ η μουσική. Η Λατινική και η μουσική της Καραϊβικής.
Έτσι σκέφθηκα, ν’ αγοράσω ένα κλαμπ όπου θα μπορούσαμε να συναντιόμαστε όλοι μαζί και να διασκεδάζουμε.».
Τα πάρτυ μεγάλωναν όλο και πιο πολύ κι άρχισε να γίνεται τόσος συνωστισμός, που πολλές φορές τα Σαββατοκύριακα το περιβάλλον ασφυκτιούσε με 500 άτομα και πάνω.
Το κλαμπ είχε προσελκύσει κόσμο από τη Λατινική Αμερική και τις Δυτικές Ινδίες, και είχε στόχο να διατηρήσει την πολυπολιτιστική ατμόσφαιρα με μουσική από όλο τον κόσμο. Ο Σπύρος Πήτερ Γούδας που είχε αποκτήσει το χαιδεϋτικό Mr. Wu, επειδή οι θαμώνες του κλαμπ τον έπαιρναν για ανατολίτη, έκανε πολύ επιτυχημένες μουσικές επιλογές και λέγεται ότι ήταν ένας από τους πιο δημοφιλείςdisk jockey του κλαμπ.

Όταν ο ίδιος θυμάται εκείνα τα χρόνια, λέει ότι «δύσκολα μπορούσε να φανταστεί κανείς ότι ήμουν ο Μr. Goudas της Goudas Foods. 
Πολοί λίγοι γνώριζαν ότι ο Mr. Wu, που τους διασκέδαζε με τη μουσική του, ήταν και ο ιδιοκτήτης του κλαμπ. Κανένας δεν ήξερε τι έκανα, τι προβλήματα αντιμετώπιζα ολόκληρη την εβδομάδα δουλεύοντας στα εργοστάσια της εταιρίας. Ζούσα μια διπλή ζωή».

Φαίνεται πώς για τον Πήτερ Γούδα ήταν ακατόρθωτο να μη συνδυάζει τη δουλεια με τη διασκέδαση.
Από πολύ νωρίς είχε αρχίσει να φέρνει ανθρώπους από διάφορα μέρη του κόσμου, που μαγείρευαν τις ιδιαίτερες νοστιμιές της πατρίδας τους – τις περισσότερες με προϊόντα της Goudas Foods - που σερβιριζόταν δωρεάν για τους θαμώνες του κλαμπ στο τέλος της βραδυάς.

«Ήταν σχεδόν μια επιχείρηση» λέει. «Συχνά ζητούσα να μου δείχνουν τις διάφορες τεχνικές μαγειρικής των προϊόντων μου, κι ύστερα ζητούσα απ’ όσους τα δοκίμαζαν να μάθω ποια τους άρεσαν πιο πολύ.
Επίσης τότε αρχίσαμε να δημιουργούμε και να δοκιμάζουμε νέες γεύσεις ποτών, όπως το αναψυκτικό καρύδας που φτιάχνουμε σήμερα, μαζί με άλλες 16 γεύσεις αναψυκτικών με τη φίρμα Snappy Pop».

Είναι πολύ σπουδαίο να βρεθεί ένας τρόπος δοκιμής των νέων προϊόντων που προορίζονται για το εμπόριο κι αυτή η σπουδαιότητα δεν πρέπει να υποτιμάται.  (Σύμφωνα με την μεγαλύτερη εταιρία στατιστικών και δημοσκοπήσεων Peat Marwick Stevenson & Kellogg, που το 1991 έκανε μια μελέτη για την καναδική ειδική βιομηχανία τροφίμων, το 90 % από όλα τα νέα φαγητά και τα ποτά που βγαίνουν στην αγορά, αποτυγχάνουν μέσα στον πρώτο χρόνο). Τα Snappy Pop κυριαρχούν ακόμη στην αγορά.

Όπως αποδεικνύεται από τις μέρες του κλαμπ, ο Πήτερ Γούδας έχει προσαρμοστεί ιδιαίτερα στο να κάνει τα τρόφιμά του γνωστά, ώστε ο κόσμος να τα μαθαίνει και να τ’ αγοράζει μόλις βγουν στο εμπόριο. 
Οι εφευρετικές προωθήσεις των προϊόντων του είναι προσεκτικά οργανωμένες για να αγγίξουν τον καταναλωτή με μια μέθοδο που κάνει το προϊόν και οικείο και το εκτιμήσιμο.
Για παράδειγμα, το 1975 η Goudas Foods παρασκεύασε 10.000 πακέτα ρυζιού και τα πρόσφερε στον κόσμο κατά τη διάρκεια της παρέλασης του Καραμπάνα, που θεωρείται το μεγαλύτερο φεστιβάλ του Καναδά.
Συνέδραμε επίσης και στην παρουσίαση μουσικών συγκροτημάτων στο φεστιβάλ. Το 1990 βοήθησε τα θύματα της πλημμύρας που είχε καταστρέψει σχεδόν ολόκληρη τη Τζαμάϊκα, ενέργειες που έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στην προσέγγιση των καταναλωτών από τις Δυτικές Ινδίες – τη μεγαλύτερη αγορά του, όπως λέει ο Pecchia. 
Άλλο γεγονός που έχει συντελέσει στην αύξηση της δημοτικότητάς του είναι οι διοργανώσεις χριστουγεννιάτικων πάρτυ για παιδιά διαφόρων εθνοτήτων και η δωρεάν προσφορά αναψυκτικών Snappy Pop της Goudas Foods, που τα παιδιά παίρνουν στο σπίτι τους.

Όμως, η ιστορία της εταιρίας Goudas Foods δεν είναι μόνο μια συνεχής φωτεινή επιτυχία. Στις 14 Ιανουαρίου του 1979, μια παγωμένη χειμωνιάτικη μέρα με 35 βαθμούς κάτω από το μηδέν, ο Πήτερ Γούδας, φεύγοντας απ’ το εργοστάσιο, γλύστρησε σε πάγο σπάζοντας σοβαρά το πόδι του, που διαλύθηκε απ’ το γόνατο μέχρι τον αστράγαλο.
Δυστυχώς γι’ αυτόν, η ανώτερη, η μεσαία και η κατώτερη διεύθυνση της Goudas Foods απαρτιζόταν την εποχή εκείνη από τον Πήτερ Γούδα, τον Πήτερ Γούδα και τον Πήτερ Γούδα.
Σχεδόν τρεις μήνες του χρειάστηκαν να παραμείνει στο νοσοκομείο με αποτέλεσμα  η εταιρεία του να υποφέρει τις σοβαρές συνέπειες της συγκέντρωσης όλων των διευθυντικών υπηρεσιών σ’ ένα και μόνο άτομο.
Πρώτα απ’ όλα, κανείς από τους εργάτες του εργοστασίου δεν ήξερε πώς να χειρίζεται το κομπιούτερ, το οποίο συγκέντρωνε πολλές βασικές πληροφορίες για τη λειτουργία της εταιρίας.
Δεν υπήρχε κανένας να κάνει τους λογαριασμούς της εταιρείας και κανένας να παίρνει αποφάσεις. Η εταιρεία κατέρρεε...

Η ανάμνηση αυτής της περιόδου είναι τρομακτική για τον Πήτερ Γούδα: «Το εργοστάσιο έμεινε χωρίς θέρμανση γιατί χάλασε ο μηχανισμός.
Οι σωλήνες του πυροσβεστικού συστήματος του εργοστασίου έσπασαν και πλημμύρισε η αποθήκη.
Έτσι το πακετάρισμα δεν μπορούσε να γίνει και σταμάτησε η διανομή. Έλλειψη διανομής, έλλειψη εισοδήματος».
Οι αλυσίδες των καταστημάτων που περίμεναν να λάβουν τις παραγγελίες τους άρχισαν να δυσανασχετούν.
Το χειρότερο από όλα όμως, ήταν το πρόβλημα με την τράπεζα.
΄Ηταν φανερό ότι η τράπεζα είχε πληροφορηθεί για τα προβλήματα που αντιμετώπιζε η εταιρία και εκτός αυτού κυκλοφορούσε η διάδοση ότι το πόδι του Γούδα έπρεπε να κοπεί. Ο πιστωτικός του λογαριασμός ακυρώθηκε και η επιχείρηση χαρακτηρίστηκε χρεωκοπημένη.

Βγαίνοντας από το νοσοκομείο, ο κ. Γούδας άρχισε να προσπαθεί να επαναφέρει την εταιρία εκεί που ήταν πριν.
Αλλά παρόλο που είχε πετύχει διακανονισμούς με την τράπεζα, παρουσιάστηκε κι άλλο αδιέξοδο: οι δημοτικές αρχές έστειλαν εκπρόσωπό τους, τον κ. George Hall, για να προβεί σε κατάσχεση της εταιρίας, με δικαιολογητικό ότι δεν είχαν καταβληθεί οι απαιτούμενοι φόροι.
Ο κ. Hall, λέει ότι όταν έφθασε στο γραφείο του Πήτερ Γούδα, τον βρήκε «απογοητευμένο και καταβεβλημένο» πράγμα που ήταν κατανοητό.

«Μιλήσαμε και του εξήγησα τη θέση μας”, λέει ο κ. Hall.
«Αφού συζητήσαμε αρκετή ώρα, κατάλαβα ότι αντιμετώπιζε μια φοβερά δύσκολη κατάσταση. Μου έκανε κάποιες συστάσεις, το ίδιο έκανα κι εγώ και συνεργαστήκαμε για να πετύχουμε μια συμφωνία εξόφλησης των φόρων.
Ο Δήμος δέχτηκε το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων μεταξύ George Hall και Πήτερ Γούδα και όπως είπε ο George Hall σε συνέντευξή του στο συγγραφέα του άρθρου αυτού «σε ότι είχε συμφωνήσει ο κ. Γούδας στάθηκε απόλυτα συνεπής».
Στη συνέχεια ο Hall συμμετείχε επίσης και στις διαπραγματεύσεις που είχε ο Γούδας με την τράπεζα.
Υπήρχαν ακόμα δυσκολίες, αλλά όταν η τράπεζα διαπίστωσε ότι οι δημοτικές αρχές είχαν πραγματοποιήσει συμφωνία μαζί του, ακολούθησαν το παράδειγμά τους. Έτσι, σταδιακά η τράπεζα έδειξε μεγαλύτερη εμπιστοσύνη και έδωσε στο Γούδα προσωρινή πίστωση.
Χρειάστηκαν τρία χρόνια προσπάθειας για να επανέλθει η εταιρία στους κανονικούς της ρυθμούς.
Ο Hall πιστεύει ότι γνωρίζει αυτό που έκανε τον Γούδα να πετύχει. «Η τιμιότητά του», λέει.
«Όταν σου σφίξει το χέρι, σου δίνει το λόγο του» και ναι, έμαθε να προσλαμβάνει υπαλλήλους και να τους δίνει διάφορες υπευθυνότητες.
«Δεν μπορεί να συμβεί ξανά», λέει ο ίδιος ο κ. Γούδας, «γιατί τώρα έχω ικανούς υπαλλήλους για να λειτουργήσει η εταιρεία κανονικά».

Σήμερα η Goudas Foods απασχολεί περίπου 100 άτομα σε όλο τον κόσμο. Σύμφωνα με τον κ. Γούδα περίπου 50 με 60 άτομα εργάζονται στα τρία εργοστάσια του Τορόντο. Η εταιρία επίσης έχει στην ιδιοκτησία της ένα εργοστάσιο στη Δομινικανή Δημοκρατία, μια μονάδα συσκευασίας στη Σριλάνκα, ένα εργοστάσιο κονσερβοποίησης στην Ελλάδα και ένα στο Τρινιντάντ.
Υπάρχουν επίσης πολλές άλλες εταιρίες ανά τον κόσμο που δεν φέρουν την ονομασία της εταιρίας Goudas Foods, αλλά εργάζονται βάσει συμφωνητικού για λογαριασμό της. Τα περισσότερα από τα προϊόντα που συσκευάζει και εμφιαλώνει η εταιρία έρχονται εισαγόμενα στον Καναδά από διάφορες χώρες του κόσμου – μεγάλα ελληνικά ροδάκινα, ρύζι από το Χιούστον, σαρδέλες και σκουμπρί Ταϊλάνδης.

Η εταιρεία πάει καλά, λέει ο κ. Γούδας, αλλά δεν αναφέρει συγκεκριμένους αριθμούς πωλήσεων. Λέει όμως ότι το εμπόριο ρυζιού στο Οντάριο αναλογεί σε $30 εκατομμύρια το χρόνο και η Goudas Foods ελέγχει περισσότερο από το ένα τρίτο.

Οι εμπειρογνώμονες λένε ότι η πολυεθνική αγορά, έχει τις προϋποθέσεις να μεγαλώσει.
Και ενώ μεγαλώνει, αναμφισβήτητα μεγαλώνει και η Goudas Foods, αλλά μάλλον θα έχει ν’ αντιμετωπίσει σκληρότερο ανταγωνισμό (είναι γεγονός ότι ήδη υπάρχει), ενώ περισσότεροι εισαγωγείς και κατασκευαστές μπαίνουν σ’ αυτό τον τομέα.
Όμως δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ήδη η Goudas Foodsκατέχει μια αρκετά πλεονεκτική θέση από την οποία μπορεί να κυριαρχεί στην αγορά.  

Το παραπάνω άρθρο βραβεύτηκε από την Kenneth R. Wilson Awards το 1993 για την καλύτερη περιγραφή προσωπικότητας.  

 

Mr. Goudas Σπυρος Γουδας Business Journal 1

 

Ο κύρος Διαμαντόπουλος παρουσιάζει στο τηλεοπτικό του πρόγραμμα ενα βίντεο σχετικά με τον Κύριο Σπύρο Γούδα, που γράφτικε στο Business Journal το 1992 και παρουσιάζει τη Δήμητρα Παπαγιαννοπούλου που το αφειγείται.

 

Είναι το πρώτο κομμάτι απο τα τρία.

 

Είναι το δεύτερο κομμάτι απο τα τρία. 

 

Είναι το τρίτο κομμάτι απο τα τρία. 

 

Previous page: Archives  Next page: photogallery